ἄσπειστος

ἄσπειστος
ἄσπειστος
to be appeased by no libations
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • άσπειστος — ἄσπειστος, ον (Α) [σπένδω] 1. αυτός που δεν καταπραΰνεται με σπονδές, ο αδιάλλακτος 2. (για πόλεμο) εκείνος που δεν διακόπτεται με σπονδές ανακωχής, ο άσπονδος …   Dictionary of Greek

  • ἀσπείστως — ἄσπειστος to be appeased by no libations adverbial ἄσπειστος to be appeased by no libations masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπειστον — ἄσπειστος to be appeased by no libations masc/fem acc sg ἄσπειστος to be appeased by no libations neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπείστου — ἄσπειστος to be appeased by no libations masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπείστους — ἄσπειστος to be appeased by no libations masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπειστα — ἄσπειστος to be appeased by no libations neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσπειστοι — ἄσπειστος to be appeased by no libations masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”